Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
μεμελετημένως
μεμελημένως
μεμελλημένως
μεμερισμένως
μεμετρημένως
μεμηνιμένως
μεμηνότως
μεμηχανημένως
μεμιασμένως
μεμιγμένως
Μέμμιος
Μεμνόνειον
Μεμνόνειος
Μέμνων
μεμοιραμένως
μεμολυσμένως
μέμονα
μεμονωμένως
μεμόριον
μεμπτέος
μεμπτός
View word page
Μέμμιος
Memmius
ShortDef
Memmius
Debugging
Headword:
Μέμμιος
Headword (normalized):
μέμμιος
Headword (normalized/stripped):
μεμμιος
IDX:
55684
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-55685
Key:
Data
{'content': 'Memmius'}