Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
μεθεκτέος
μεθεκτικός
μεθεκτός
μεθελκυστέον
μεθέλκω
μέθεξις
μεθέορτος
μεθέπω
μεθερμηνευτικός
μεθερμηνεύω
μεθέρπω
μέθεσις
μεθετέον
μεθέτερος
μεθετικός
μέθη
μεθήκω
μέθημαι
μεθημερινός
μεθημοσύνη
μεθήμων
View word page
μεθέρπω
creep after, overtake
ShortDef
creep after, overtake
Debugging
Headword:
μεθέρπω
Headword (normalized):
μεθέρπω
Headword (normalized/stripped):
μεθερπω
Intro Text:
creep after, overtake
IDX:
55163
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-55164
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "creep after, overtake" }