Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
μεγαλέμπορος
μεγαλεπίβολος
μεγαλεπίβουλος
μεγαληγορέω
μεγαληγορία
μεγαλήγορος
μεγαληνορία
μεγαλήνωρ
μεγαλήτωρ
μεγαλήφατος
μεγαλίζομαι
μεγαλόβιος
μεγαλοβλαβής
μεγαλοβόας
μεγαλόβουλος
μεγαλοβρεμέτης
μεγαλόβρομος
μεγαλόβρυχος
μεγαλόβωλος
μεγαλογάστωρ
μεγαλογκία
View word page
μεγαλίζομαι
to be exalted, to bear oneself proudly
ShortDef
to be exalted, to bear oneself proudly
Debugging
Headword:
μεγαλίζομαι
Headword (normalized):
μεγαλίζομαι
Headword (normalized/stripped):
μεγαλιζομαι
Intro Text:
to be exalted, to bear oneself proudly
IDX:
54953
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-54954
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to be exalted, to bear oneself proudly" }