Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
Μάξυες
μαππάριος
μαππίον
μάραγνα
μαραθίτης
μαραθοειδής
μάραθον
Μαραθών
Μαραθωνομάχης
μαραίνομαι
μαραίνω
μάρανσις
μαραντικός
μαρασμός
μαρασμώδης
μαραυγέω
μαραυγία
Μάραφις
μαργαίνω
μαργαρίς
μαργαριτάριον
View word page
μαραίνω
to put out fire; to die away
ShortDef
to put out fire; to die away
Debugging
Headword:
μαραίνω
Headword (normalized):
μαραίνω
Headword (normalized/stripped):
μαραινω
Intro Text:
to put out fire; to die away
IDX:
54631
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-54632
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to put out fire; to die away" }