Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
μανδαλωτός
μανδήλη
μάνδρα
μανδραγόρας
μανδραγοριζομένη
μανδραγορικός
μανδραγορίτης
μανδύα
μανδυοειδής
Μανεθώς
Μανερῶς
μάνης
Μανῆς
μανθάνω
μανία
Μανία
μανία2
μανιάκης
μανιάς
μανιάω
μανίκια
View word page
Μανερῶς
Maneros
ShortDef
Maneros
Debugging
Headword:
Μανερῶς
Headword (normalized):
μανερῶς
Headword (normalized/stripped):
μανερως
IDX:
54565
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-54566
Key:
Data
{'content': 'Maneros'}