Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
μακτρίστρια
μάκτρον
μακύνω
μάλα
μαλαβάθρινος
μαλάβαθρον
μάλαγμα
μαλαγματίζω
μαλαγματώδης
μαλακαίπους
μαλακαύγητος
μαλακευνέω
μαλακευτικός
μαλάκια
μαλακία
μαλακίζομαι
μαλακιστέον
μαλακίων
μαλακόγειος
μαλακόγναθος
μαλακογνώμων
View word page
μαλακαύγητος
with languid eye
ShortDef
with languid eye
Debugging
Headword:
μαλακαύγητος
Headword (normalized):
μαλακαύγητος
Headword (normalized/stripped):
μαλακαυγητος
Intro Text:
with languid eye
IDX:
54455
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-54456
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "with languid eye" }