Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
λοχέος
λόχευμα
λοχεύτρια
λοχεύω
λόχησις
λοχητικός
λοχίζω
λόχιος
λοχισμός
λοχίτης
λόχμα
λοχμάζω
λοχμαῖος
λόχμη
λοχμώδης
λόχονδε
λόχος
Λυαῖος
λύβερνος
λυγαῖος
λύγγιος
View word page
λόχμα
thicket
ShortDef
thicket
Debugging
Headword:
λόχμα
Headword (normalized):
λόχμα
Headword (normalized/stripped):
λοχμα
Intro Text:
thicket
IDX:
53811
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-53812
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "thicket" }