Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
λέσχημα
λεσχημονεύομαι
λεσχήν
λεσχηνεία
λεσχηνευτής
λεσχηνεύω
λεσχηνόριος
λεσχηνώτης
λεσχολογία
λεσχώδης
λεσῶνις
λευγαλέος
Λευίτης
Λευκάδιος
λευκαθίζω
λευκαία
λευκαίνω
Λευκαῖος
λευκάκανθα
λευκάλφιτος
λευκάμπυξ
View word page
λεσῶνις
chief administrator of a temple
ShortDef
chief administrator of a temple
Debugging
Headword:
λεσῶνις
Headword (normalized):
λεσῶνις
Headword (normalized/stripped):
λεσωνις
IDX:
52682
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-52683
Key:
Data
{'content': 'chief administrator of a temple'}