Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀμφιρρήγνυμι
ἀμφίρροπος
ἀμφιρρώξ
ἀμφίρυτος
Ἀμφιρώ
ἀμφίς
ἀμφισαλεύομαι
ἀμφίσβαινα
ἀμφισβασίη
ἀμφισβητέω
ἀμφισβήτημα
ἀμφισβητήσιμος
ἀμφισβήτησις
ἀμφισβητητέον
ἀμφισβητητικός
ἀμφισβήτητος
ἀμφισκέπαρνος
ἀμφίσκιος
ἀμφίσκωμοι
ἀμφισπάω
ἀμφίσπορα
View word page
ἀμφισβήτημα
a point in dispute
ShortDef
a point in dispute
Debugging
Headword:
ἀμφισβήτημα
Headword (normalized):
ἀμφισβήτημα
Headword (normalized/stripped):
αμφισβητημα
Intro Text:
a point in dispute
IDX:
5267
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-5268
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "a point in dispute" }