Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀμφιπεδάω
ἀμφίπεδος
ἀμφιπέλεκκον
ἀμφιπέλομαι
ἀμφιπένομαι
ἀμφιπεριΐσταμαι
ἀμφιπερικτίονες
ἀμφιπέριξ
ἀμφιπεριπλάσσω
ἀμφιπεριπλέγδην
ἀμφιπεριπλέκομαι
ἀμφιπεριπτώσσω
ἀμφιπερισκαίρω
ἀμφιπεριστείνομαι
ἀμφιπεριστέφομαι
ἀμφιπεριστρωφάω
ἀμφιπερισφίγγω
ἀμφιπεριτρομέω
ἀμφιπεριτρύζω
ἀμφιπεριφθινύθω
ἀμφιπεριφρίσσω
View word page
ἀμφιπεριπλέκομαι
to be folded about
ShortDef
to be folded about
Debugging
Headword:
ἀμφιπεριπλέκομαι
Headword (normalized):
ἀμφιπεριπλέκομαι
Headword (normalized/stripped):
αμφιπεριπλεκομαι
Intro Text:
to be folded about
IDX:
5209
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-5210
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to be folded about" }