Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

κτείνω
κτείς
κτενίζω
κτενίον
κτενιοποιός
κτενισμός
κτενιστής
κτενιστικός
κτενιστός
κτενοειδής
κτενοπώλης
κτενωτός
κτέρας
κτέρεα
κτερεΐζω
κτερίζω
κτερίσματα
κτεριστής
κτηδών
κτῆμα
κτηματίδιον
View word page
κτενοπώλης
dealer in combs

ShortDef

dealer in combs

Debugging

Headword:
κτενοπώλης
Headword (normalized):
κτενοπώλης
Headword (normalized/stripped):
κτενοπωλης
IDX:
50860
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-50861
Key:

Data

{'content': 'dealer in combs'}