Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

κοπάς
κόπασμα
κοπετόκτυπος
κοπετός
κοπεύς
κοπή
κοπία
κοπιαρός
κοπιάτης
κοπιάω
κοπίζω
κοπίζω2
κοπίς
κόπις
κόπος
κοπόω
κόππα
κοππατίας
κοπραγωγέω
κοπραγωγός
κόπρανα
View word page
κοπίζω
talk idly, lie

ShortDef

talk idly, lie
celebrate the κοπίς at Sparta

Debugging

Headword:
κοπίζω
Headword (normalized):
κοπίζω
Headword (normalized/stripped):
κοπιζω
IDX:
49767
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-49768
Key:

Data

{'content': 'talk idly, lie'}