Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

κόλλαβος
κολλάριον
Κολλατία
κολλάω
κολλεψός
κολλήγας
κολλήγιον
κολλήεις
κόλλημα
κολλήσιμος
κόλλησις
κολλητέον
κολλητήρ
κολλητήριον
κολλητής
κολλητικός
κολλητίωνες
κολλητός
κόλλητρα
κολλίκιος
κολλικοφάγος
View word page
κόλλησις
a glueing

ShortDef

a glueing

Debugging

Headword:
κόλλησις
Headword (normalized):
κόλλησις
Headword (normalized/stripped):
κολλησις
IDX:
49472
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-49473
Key:

Data

{'content': 'a glueing'}