Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀμπλακιῶτις
ἀμπνέω
ἀμπνοά
ἄμπνυτο
ἀμπολέω
ἀμποτάομαι
ἄμποτε
ἄμποχος
Ἀμπρακία
Ἀμπρακιώτης
ἀμπρευτής
ἀμπρεύω
ἀμπρόν
ἀμπυκάζω
Ἀμπυκίδης
ἀμπυκτήρ
ἀμπυκτήριον
ἄμπυξ
ἀμπώλημα
ἀμπωτίζω
ἄμπωτις
View word page
ἀμπρευτής
hauling
ShortDef
hauling
Debugging
Headword:
ἀμπρευτής
Headword (normalized):
ἀμπρευτής
Headword (normalized/stripped):
αμπρευτης
Intro Text:
hauling
IDX:
4806
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-4807
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "hauling" }