Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
Κέρκωψ
κέρμα
κερματίζω
κερματισμός
κερματιστής
κέρνα
κέρνας
κέρνος
κερνοφορέω
κερνοφόρος
κεροβάτης
κεροβόας
κερόδετος
κεροειδής
κερόεις
κεροίαξ
κεροπλάστης
κεροτυπέω
κερουλκός
κερουτιάω
κεροῦχος
View word page
κεροβάτης
horn-footed, hoofed
ShortDef
horn-footed, hoofed
Debugging
Headword:
κεροβάτης
Headword (normalized):
κεροβάτης
Headword (normalized/stripped):
κεροβατης
Intro Text:
horn-footed, hoofed
IDX:
48051
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-48052
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "horn-footed, hoofed" }