Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
κεραυνοφόρος
κεραυνόω
κεραύνωσις
κεράω
κεράω2
κεραώδης
κεραώψ
Κερβέριοι
Κερβεροκίνδυνος
Κέρβερος
κερδαίνω
κερδαλέος
κερδαλεόφρων
κερδαντέος
κερδαντός
κερδέμπορος
κερδητικός
κερδία
κερδίζω
κερδίων
κερδογαμέω
View word page
κερδαίνω
to gain, derive profit
ShortDef
to gain, derive profit
Debugging
Headword:
κερδαίνω
Headword (normalized):
κερδαίνω
Headword (normalized/stripped):
κερδαινω
Intro Text:
to gain, derive profit
IDX:
47991
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-47992
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to gain, derive profit" }