Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
κερασφόρος
κεράσχειλος
κερατάρχης
κερατέα
κερατία
κεράτια
κερατίας
κερατίζω
κερατίνης
κεράτινος
κεράτισις
κερατισμός
κερατιστής
κερατῖτις
κερατογλύφος
κερατοειδής
κερατοποιέω
κερατόπους
κερατοφάγος
κερατοφυέω
κερατοφυής
View word page
κεράτισις
butting with horns
ShortDef
butting with horns
Debugging
Headword:
κεράτισις
Headword (normalized):
κεράτισις
Headword (normalized/stripped):
κερατισις
Intro Text:
butting with horns
IDX:
47940
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-47941
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "butting with horns" }