Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
κέρασμα
κερασός
κεράστης
κεραστής
κεραστικῶς
κεραστός
κερασφορέω
κερασφόρος
κεράσχειλος
κερατάρχης
κερατέα
κερατία
κεράτια
κερατίας
κερατίζω
κερατίνης
κεράτινος
κεράτισις
κερατισμός
κερατιστής
κερατῖτις
View word page
κερατέα
the carob
ShortDef
the carob
Debugging
Headword:
κερατέα
Headword (normalized):
κερατέα
Headword (normalized/stripped):
κερατεα
Intro Text:
the carob
IDX:
47933
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-47934
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "the carob" }