Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
κερασέα
κεράσιον
κέρασμα
κερασός
κεράστης
κεραστής
κεραστικῶς
κεραστός
κερασφορέω
κερασφόρος
κεράσχειλος
κερατάρχης
κερατέα
κερατία
κεράτια
κερατίας
κερατίζω
κερατίνης
κεράτινος
κεράτισις
κερατισμός
View word page
κεράσχειλος
with curvedlips
ShortDef
with curvedlips
Debugging
Headword:
κεράσχειλος
Headword (normalized):
κεράσχειλος
Headword (normalized/stripped):
κερασχειλος
Intro Text:
with curvedlips
IDX:
47931
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-47932
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "with curvedlips" }