Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
κέρας
κερασβόλος
κερασέα
κεράσιον
κέρασμα
κερασός
κεράστης
κεραστής
κεραστικῶς
κεραστός
κερασφορέω
κερασφόρος
κεράσχειλος
κερατάρχης
κερατέα
κερατία
κεράτια
κερατίας
κερατίζω
κερατίνης
κεράτινος
View word page
κερασφορέω
have horns
ShortDef
have horns
Debugging
Headword:
κερασφορέω
Headword (normalized):
κερασφορέω
Headword (normalized/stripped):
κερασφορεω
Intro Text:
have horns
IDX:
47929
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-47930
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "have horns" }