Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἀμπελοφόρος
ἀμπελοφύλαξ
ἀμπελόφυλλον
ἀμπελόφυτος
ἀμπελοφύτωρ
ἀμπελώδης
ἀμπελών
ἀμπέτιξ
ἀμπεχόνη
ἀμπέχω
ἀμπίπλημι
ἀμπίσχω
ἀμπλακεῖν
ἀμπλάκημα
ἀμπλακία
ἀμπλάκιον
ἀμπλακιῶτις
ἀμπνέω
ἀμπνοά
ἄμπνυτο
ἀμπολέω
View word page
ἀμπίπλημι
fulfil
ShortDef
fulfil
Debugging
Headword:
ἀμπίπλημι
Headword (normalized):
ἀμπίπλημι
Headword (normalized/stripped):
αμπιπλημι
Intro Text:
fulfil
IDX:
4790
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-4791
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "fulfil" }