Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
κελευθοπόρος
κέλευθος
κέλευσις
κέλευσμα
κελευσματικῶς
κελευσμός
κελευσμοσύνη
κελευστέον
κελευστής
κελευστικός
κελευστός
κελεύστωρ
κελευτιάω
κελεύω
κελεφος
κέλης
κελητίζω
κελήτιον
κέλλα
κελλαρικά
κελλαρικόν
View word page
κελευστός
ordered, commanded
ShortDef
ordered, commanded
Debugging
Headword:
κελευστός
Headword (normalized):
κελευστός
Headword (normalized/stripped):
κελευστος
Intro Text:
ordered, commanded
IDX:
47730
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-47731
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "ordered, commanded" }