Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
κέλαδος
κελάδω
Κελάδων
κελάδων
Κελαιναί
κελαινεγχής
κελαινεφής
κελαινιάω
κελαινόβρωτος
κελαινόλωτα
κελαινόομαι
κελαινόρρινος
κελαινός
κελαινοφαής
κελαινόφρων
κελαινόχρως
Κελαινώ
κελαινώπας
κελαινῶπις
κελαινώψ
κελαρύζω
View word page
κελαινόομαι
to grow black
ShortDef
to grow black
Debugging
Headword:
κελαινόομαι
Headword (normalized):
κελαινόομαι
Headword (normalized/stripped):
κελαινοομαι
Intro Text:
to grow black
IDX:
47699
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-47700
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to grow black" }