Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
κατουρέω
κατουρίζω
κατουρόω
κατοφρυόομαι
κατοχεύς
κατοχεύω
κατοχέω
κατοχή
κατόχιμος
κατοχῖτις
κάτοχος
κατοχώδης
κατοψέ
κατόψιος
κάτοψις
κατοψοφαγέω
κατοψοφαγία
κατρεύς
κάτροπον
κάττα
καττυματοποιός
View word page
κάτοχος
holding down, holding fast, tenacious
ShortDef
holding down, holding fast, tenacious
Debugging
Headword:
κάτοχος
Headword (normalized):
κάτοχος
Headword (normalized/stripped):
κατοχος
Intro Text:
holding down, holding fast, tenacious
IDX:
47428
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-47429
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "holding down, holding fast, tenacious" }