Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
κατειρωνεύομαι
κατεισάγω
κατεισαγωγεύς
κατεισαγωγή
κατεισέρχομαι
κατεκλύω
κατεκτός
κατέλαιος
κατελαύνω
κατελέγχω
κατελεέω
κατελπίζω
κατελπισμός
κατεμβλέπω
κατεμέω
κατεμπίπρημι
κατεμφορέομαι
κατεναίρομαι
κατεναίρω
κατέναντα
κατεναντίον
View word page
κατελεέω
to have compassion upon
ShortDef
to have compassion upon
Debugging
Headword:
κατελεέω
Headword (normalized):
κατελεέω
Headword (normalized/stripped):
κατελεεω
Intro Text:
to have compassion upon
IDX:
47122
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-47123
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to have compassion upon" }