Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
κατεδαφίζω
κατέδω
κατεζητημένως
κατεθίζω
κατείβω
κατεῖδον
κατείδωλος
κατεικάζω
κατεικονίζω
κατειλέω
κατείλησις
κατειλητέον
κατειλυσπάομαι
κατειλύω
κατειλωτισμένος
κάτειμι
κατεῖπον
κατείργω
κατειρωνεύομαι
κατεισάγω
κατεισαγωγεύς
View word page
κατείλησις
crowding, compression
ShortDef
crowding, compression
Debugging
Headword:
κατείλησις
Headword (normalized):
κατείλησις
Headword (normalized/stripped):
κατειλησις
Intro Text:
crowding, compression
IDX:
47104
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-47105
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "crowding, compression" }