Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
κατέαξις
κατεάσσω
κατεβλακευμένως
κατεγγυάω
κατεγγυεύω
κατεγγύη
κατεγγύησις
κατεγγυητικά
κάτεγγυς
κατέγκλημα
κατεγκονέω
κατεγχειρέω
κατεγχλιδάω
κατεδαφίζω
κατέδω
κατεζητημένως
κατεθίζω
κατείβω
κατεῖδον
κατείδωλος
κατεικάζω
View word page
κατεγκονέω
to be in great haste
ShortDef
to be in great haste
Debugging
Headword:
κατεγκονέω
Headword (normalized):
κατεγκονέω
Headword (normalized/stripped):
κατεγκονεω
Intro Text:
to be in great haste
IDX:
47091
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-47092
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to be in great haste" }