Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
καταφανής
καταφαντάζομαι
καταφαντός
καταφαρμακεύω
καταφαρμάσσω
κατάφασις
καταφάσκω
καταφατίζω
καταφατικός
καταφαυλίζω
καταφέγγω
καταφέρεια
καταφερής
καταφέρω
καταφεύγω
καταφευκτέον
καταφευκτέος
κατάφευξις
κατάφημι
καταφημίζω
κατάφημος
View word page
καταφέγγω
illuminate
ShortDef
illuminate
Debugging
Headword:
καταφέγγω
Headword (normalized):
καταφέγγω
Headword (normalized/stripped):
καταφεγγω
IDX:
46903
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-46904
Key:
Data
{'content': 'illuminate'}