Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Short Defs

καταυχένιος
καταυχέω
καταύω
καταφαγεῖν
καταφαίνω
καταφαμίζω
καταφάνεια
καταφανής
καταφαντάζομαι
καταφαντός
καταφαρμακεύω
καταφαρμάσσω
κατάφασις
καταφάσκω
καταφατίζω
καταφατικός
καταφαυλίζω
καταφέγγω
καταφέρεια
καταφερής
καταφέρω
View word page
καταφαρμακεύω
to anoint with drugs

ShortDef

to anoint with drugs

Debugging

Headword:
καταφαρμακεύω
Headword (normalized):
καταφαρμακεύω
Headword (normalized/stripped):
καταφαρμακευω
IDX:
46896
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-46897
Key:

Data

{'content': 'to anoint with drugs'}