Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
κατάστιξις
καταστοιβάζω
καταστοιχειόομαι
καταστοιχίζω
καταστολή
καταστολίζω
καταστομίζω
καταστόμιον
καταστομίς
καταστοναχέω
κατάστοργος
καταστορέννυμι
καταστόρεσις
καταστοχάζομαι
καταστοχασμός
καταστοχαστέον
καταστοχαστής
καταστοχαστικός
καταστοχέω
καταστραγγίζω
καταστράπτω
View word page
κατάστοργος
of love
ShortDef
of love
Debugging
Headword:
κατάστοργος
Headword (normalized):
κατάστοργος
Headword (normalized/stripped):
καταστοργος
IDX:
46729
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-46730
Key:
Data
{'content': 'of love'}