Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
καταποικίλλω
καταπολεμέω
καταπολέμησις
καταπολεύω
καταπολιός
καταπολιτεύομαι
κατάπομα
καταπομπεύω
καταπομπή
καταπομπός
καταπονέω
καταπόνησις
κατάπονος
καταποντίζω
καταποντισμός
καταποντιστής
καταποντόω
καταπορεύομαι
καταπορέω
καταπορθέω
καταπορθμίας
View word page
καταπονέω
to subdue after a hard struggle
ShortDef
to subdue after a hard struggle
Debugging
Headword:
καταπονέω
Headword (normalized):
καταπονέω
Headword (normalized/stripped):
καταπονεω
Intro Text:
to subdue after a hard struggle
IDX:
46376
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-46377
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to subdue after a hard struggle" }