Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
καταπλουτομαχέω
καταπλυντηρίζω
καταπλύνω
κατάπλυσις
κατάπλωσις
καταπλώω
καταπνέω
καταπνίγω
κατάπνιξις
καταπνοή
καταποδίζω
καταπόθρα
καταποιέω
καταποικίλλω
καταπολεμέω
καταπολέμησις
καταπολεύω
καταπολιός
καταπολιτεύομαι
κατάπομα
καταπομπεύω
View word page
καταποδίζω
obstruct, hamper
ShortDef
obstruct, hamper
Debugging
Headword:
καταποδίζω
Headword (normalized):
καταποδίζω
Headword (normalized/stripped):
καταποδιζω
Intro Text:
obstruct, hamper
IDX:
46363
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-46364
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "obstruct, hamper" }