Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
καταπληκτικός
κατάπληκτος
καταπλήξ
κατάπληξις
καταπλήσσω
καταπλίσσομαι
καταπλοκή
κατάπλοος
καταπλουτίζω
καταπλουτομαχέω
καταπλυντηρίζω
καταπλύνω
κατάπλυσις
κατάπλωσις
καταπλώω
καταπνέω
καταπνίγω
κατάπνιξις
καταπνοή
καταποδίζω
καταπόθρα
View word page
καταπλυντηρίζω
drench with foul abuse
ShortDef
drench with foul abuse
Debugging
Headword:
καταπλυντηρίζω
Headword (normalized):
καταπλυντηρίζω
Headword (normalized/stripped):
καταπλυντηριζω
Intro Text:
drench with foul abuse
IDX:
46354
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-46355
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "drench with foul abuse" }