Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
καταπλανάω
κατάπλασις
κατάπλασμα
καταπλάσσω
καταπλαστέον
καταπλάστης
καταπλαστός
καταπλαστύς
καταπλέκω
καταπλεονεκτέω
κατάπλεος
καταπλέω
καταπληγία
καταπληκτέον
καταπληκτικός
κατάπληκτος
καταπλήξ
κατάπληξις
καταπλήσσω
καταπλίσσομαι
καταπλοκή
View word page
κατάπλεος
quite full
ShortDef
quite full
Debugging
Headword:
κατάπλεος
Headword (normalized):
κατάπλεος
Headword (normalized/stripped):
καταπλεος
Intro Text:
quite full
IDX:
46340
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-46341
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "quite full" }