Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
καταπίτνω
καταπλαγής
καταπλανάω
κατάπλασις
κατάπλασμα
καταπλάσσω
καταπλαστέον
καταπλάστης
καταπλαστός
καταπλαστύς
καταπλέκω
καταπλεονεκτέω
κατάπλεος
καταπλέω
καταπληγία
καταπληκτέον
καταπληκτικός
κατάπληκτος
καταπλήξ
κατάπληξις
καταπλήσσω
View word page
καταπλέκω
to entwine, plait
ShortDef
to entwine, plait
Debugging
Headword:
καταπλέκω
Headword (normalized):
καταπλέκω
Headword (normalized/stripped):
καταπλεκω
Intro Text:
to entwine, plait
IDX:
46338
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-46339
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to entwine, plait" }