Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
καταπίστωσις
καταπίτνω
καταπλαγής
καταπλανάω
κατάπλασις
κατάπλασμα
καταπλάσσω
καταπλαστέον
καταπλάστης
καταπλαστός
καταπλαστύς
καταπλέκω
καταπλεονεκτέω
κατάπλεος
καταπλέω
καταπληγία
καταπληκτέον
καταπληκτικός
κατάπληκτος
καταπλήξ
κατάπληξις
View word page
καταπλαστύς
plaster, poultice
ShortDef
plaster, poultice
Debugging
Headword:
καταπλαστύς
Headword (normalized):
καταπλαστύς
Headword (normalized/stripped):
καταπλαστυς
Intro Text:
plaster, poultice
IDX:
46337
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-46338
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "plaster, poultice" }