Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
καταπίμπρημι
καταπίνω
καταπιπράσκω
καταπίπτω
καταπισσόω
καταπιστευτέον
καταπιστεύω
καταπιστόομαι
καταπίστωσις
καταπίτνω
καταπλαγής
καταπλανάω
κατάπλασις
κατάπλασμα
καταπλάσσω
καταπλαστέον
καταπλάστης
καταπλαστός
καταπλαστύς
καταπλέκω
καταπλεονεκτέω
View word page
καταπλαγής
panic-struck, scared
ShortDef
panic-struck, scared
Debugging
Headword:
καταπλαγής
Headword (normalized):
καταπλαγής
Headword (normalized/stripped):
καταπλαγης
Intro Text:
panic-struck, scared
IDX:
46329
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-46330
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "panic-struck, scared" }