Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
καταπέμπω
καταπενθέω
καταπεπαίνω
καταπεπλανημένως
καταπεπυκασμένως
καταπεραιόω
καταπεραίωσις
καταπέρδομαι
καταπερίειμι
καταπεριΐστημι
καταπερίξυσις
καταπερονάω
καταπέσημα
καταπέσσω
καταπετάννυμι
καταπέτασμα
καταπέτομαι
καταπετροκοπέω
καταπετρόω
καταπεφνεῖν
καταπεφρονηκότως
View word page
καταπερίξυσις
scarification
ShortDef
scarification
Debugging
Headword:
καταπερίξυσις
Headword (normalized):
καταπερίξυσις
Headword (normalized/stripped):
καταπεριξυσις
Intro Text:
scarification
IDX:
46293
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-46294
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "scarification" }