Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
καταπεδάω
καταπεζεύω
καταπεζομαχέω
καταπειθής
καταπείθησις
καταπείθω
καταπειλέω
κατάπειρα
καταπειράζω
καταπειράομαι
καταπειρασμός
καταπειρατηρία
καταπείρω
κατάπεισις
καταπελεκάω
καταπελματόομαι
καταπελτάζω
καταπεμπτέος
κατάπεμπτος
καταπέμπω
καταπενθέω
View word page
καταπειρασμός
attack
ShortDef
attack
Debugging
Headword:
καταπειρασμός
Headword (normalized):
καταπειρασμός
Headword (normalized/stripped):
καταπειρασμος
Intro Text:
attack
IDX:
46274
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-46275
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "attack" }