Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
καταπαυστικός
καταπαύω
καταπεδάω
καταπεζεύω
καταπεζομαχέω
καταπειθής
καταπείθησις
καταπείθω
καταπειλέω
κατάπειρα
καταπειράζω
καταπειράομαι
καταπειρασμός
καταπειρατηρία
καταπείρω
κατάπεισις
καταπελεκάω
καταπελματόομαι
καταπελτάζω
καταπεμπτέος
κατάπεμπτος
View word page
καταπειράζω
make an attempt on
ShortDef
make an attempt on
Debugging
Headword:
καταπειράζω
Headword (normalized):
καταπειράζω
Headword (normalized/stripped):
καταπειραζω
Intro Text:
make an attempt on
IDX:
46272
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-46273
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "make an attempt on" }