Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
κατάπαστος
καταπατάκτην
καταπατέω
καταπάτημα
καταπάτησις
καταπατητέος
κατάπαυμα
κατάπαυσις
καταπαυστέον
καταπαυστήριον
καταπαυστικός
καταπαύω
καταπεδάω
καταπεζεύω
καταπεζομαχέω
καταπειθής
καταπείθησις
καταπείθω
καταπειλέω
κατάπειρα
καταπειράζω
View word page
καταπαυστικός
causing to cease
ShortDef
causing to cease
Debugging
Headword:
καταπαυστικός
Headword (normalized):
καταπαυστικός
Headword (normalized/stripped):
καταπαυστικος
Intro Text:
causing to cease
IDX:
46262
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-46263
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "causing to cease" }