Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
καταπαστέον
κατάπαστος
καταπατάκτην
καταπατέω
καταπάτημα
καταπάτησις
καταπατητέος
κατάπαυμα
κατάπαυσις
καταπαυστέον
καταπαυστήριον
καταπαυστικός
καταπαύω
καταπεδάω
καταπεζεύω
καταπεζομαχέω
καταπειθής
καταπείθησις
καταπείθω
καταπειλέω
κατάπειρα
View word page
καταπαυστήριον
means of putting to rest
ShortDef
means of putting to rest
Debugging
Headword:
καταπαυστήριον
Headword (normalized):
καταπαυστήριον
Headword (normalized/stripped):
καταπαυστηριον
Intro Text:
means of putting to rest
IDX:
46261
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-46262
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "means of putting to rest" }