Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
καταπάομαι
καταπαραλλήλως
καταπαρμός
καταπαρτέον
κατάπασμα
καταπασσαλεύω
καταπάσσω
καταπαστέον
κατάπαστος
καταπατάκτην
καταπατέω
καταπάτημα
καταπάτησις
καταπατητέος
κατάπαυμα
κατάπαυσις
καταπαυστέον
καταπαυστήριον
καταπαυστικός
καταπαύω
καταπεδάω
View word page
καταπατέω
to trample down, trample under foot
ShortDef
to trample down, trample under foot
Debugging
Headword:
καταπατέω
Headword (normalized):
καταπατέω
Headword (normalized/stripped):
καταπατεω
Intro Text:
to trample down, trample under foot
IDX:
46254
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-46255
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to trample down, trample under foot" }