Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
καταπαννυχίζω
καταπανουργεύομαι
καταπανουργεύω
καταπάομαι
καταπαραλλήλως
καταπαρμός
καταπαρτέον
κατάπασμα
καταπασσαλεύω
καταπάσσω
καταπαστέον
κατάπαστος
καταπατάκτην
καταπατέω
καταπάτημα
καταπάτησις
καταπατητέος
κατάπαυμα
κατάπαυσις
καταπαυστέον
καταπαυστήριον
View word page
καταπαστέον
one must sprinkle
ShortDef
one must sprinkle
Debugging
Headword:
καταπαστέον
Headword (normalized):
καταπαστέον
Headword (normalized/stripped):
καταπαστεον
Intro Text:
one must sprinkle
IDX:
46251
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-46252
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "one must sprinkle" }