Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
καταπαγκρατιάζω
καταπαιγμός
καταπαιδεραστέω
καταπαιδεύω
καταπαίζω
κατάπαις
καταπαίω
καταπακτός
καταπαλαιόομαι
καταπαλαίω
καταπαλλακεύω
καταπάλλομαι
καταπαλταφεσία
καταπαλταφέτης
καταπάλτης
καταπαλτικός
καταπαλτός
καταπαννυχίζω
καταπανουργεύομαι
καταπανουργεύω
καταπάομαι
View word page
καταπαλλακεύω
make a concubine of
ShortDef
make a concubine of
Debugging
Headword:
καταπαλλακεύω
Headword (normalized):
καταπαλλακεύω
Headword (normalized/stripped):
καταπαλλακευω
Intro Text:
make a concubine of
IDX:
46234
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-46235
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "make a concubine of" }