Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
κατανοστέω
κατανοσφίζομαι
κατανοτιαῖος
κατανοτίζω
κάταντα
καταντάω
κατάντημα
κατάντης
κατάντησις
κατάντηστιν
καταντητέον
καταντία
καταντιβολέω
καταντικρύ
καταντίον
καταντιπέρας
καταντλέω
κατάντλημα
καταντλητέον
καταντλητικός
κατανυκτικός
View word page
καταντητέον
one must have recourse
ShortDef
one must have recourse
Debugging
Headword:
καταντητέον
Headword (normalized):
καταντητέον
Headword (normalized/stripped):
καταντητεον
Intro Text:
one must have recourse
IDX:
46184
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-46185
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "one must have recourse" }