Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
κατανίζω
κατανικάνδρα
κατάνιμμα
κατανίπτης
κατανίσσομαι
κατανίσταμαι
κατανοέω
κατανόημα
κατανόησις
κατανοητέον
κατανοητικός
κατάνομαι
κατανομή
κατανομίζω
κατανομιστεύω
κατανομοθετέω
κατανοστέω
κατανοσφίζομαι
κατανοτιαῖος
κατανοτίζω
κάταντα
View word page
κατανοητικός
observant, intelligent
ShortDef
observant, intelligent
Debugging
Headword:
κατανοητικός
Headword (normalized):
κατανοητικός
Headword (normalized/stripped):
κατανοητικος
Intro Text:
observant, intelligent
IDX:
46168
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-46169
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "observant, intelligent" }