Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
καταναγιγνώσκω
καταναγκάζω
κατανάγκασις
καταναγκαστικός
κατανάγκη
καταναγραφέω
κατανάθεμα
καταναθεματίζω
καταναιδεύομαι
Καταναῖος
καταναισιμόω
καταναίω
καταναλίσκω
κατανάλωσις
καταναλωτέον
καταναρκάω
κατανάσσω
καταναυμαχέω
κατανδραποδίζω
κατανδραφύσσω
κατανδρίζομαι
View word page
καταναισιμόω
use quite up
ShortDef
use quite up
Debugging
Headword:
καταναισιμόω
Headword (normalized):
καταναισιμόω
Headword (normalized/stripped):
καταναισιμοω
Intro Text:
use quite up
IDX:
46128
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-46129
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "use quite up" }