Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
κατάμυσις
καταμύσσω
καταμυττωτεύω
καταμύω
καταμφιέννυμι
καταμφικαλύπτω
καταμωκάομαι
καταμώκησις
καταμωλωπίζω
καταμωραίνω
καταναγιγνώσκω
καταναγκάζω
κατανάγκασις
καταναγκαστικός
κατανάγκη
καταναγραφέω
κατανάθεμα
καταναθεματίζω
καταναιδεύομαι
Καταναῖος
καταναισιμόω
View word page
καταναγιγνώσκω
read through
ShortDef
read through
Debugging
Headword:
καταναγιγνώσκω
Headword (normalized):
καταναγιγνώσκω
Headword (normalized/stripped):
καταναγιγνωσκω
Intro Text:
read through
IDX:
46118
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-46119
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "read through" }