Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Short Defs
ἁγιότης
Ἆγις
ἁγισμός
ἁγιστεία
ἁγίστευμα
ἁγιστεύω
ἁγιστός
ἁγιστύς
ἁγιώδως
ἁγιωσύνη
ἀγκάζομαι
ἄγκαθεν
Ἀγκαῖος
ἀγκάλη
ἀγκαλιδαγωγέω
ἀγκαλιδαγωγός
ἀγκαλίδη
ἀγκαλίζομαι
ἀγκαλῖναι
ἀγκαλίς
ἀγκάλισμα
View word page
ἀγκάζομαι
to lift up in the arms
ShortDef
to lift up in the arms
Debugging
Headword:
ἀγκάζομαι
Headword (normalized):
ἀγκάζομαι
Headword (normalized/stripped):
αγκαζομαι
Intro Text:
to lift up in the arms
IDX:
460
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:short-def-461
Key:
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "to lift up in the arms" }